Δημοσιεύτηκε στην έντυπη εφημερίδα Today Press
του Δημήτρη Καμπουράκη
Ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε πρόσφατα στη Le Monde και είπε ότι «του λείπει η ενεργός πολιτική και η επαφή με τους πολίτες». Την ώρα που παραμένει εν ενεργεία βουλευτής και απολαμβάνει όλα τα προνόμια της θέσης. Είναι να απορεί κανείς, ποια ακριβώς πολιτική του λείπει. Μήπως η μία και μοναδική που αναγνωρίζει – εκείνη του αρχηγού, του ηγέτη, του χειροκροτούμενου; Γιατί η ταπεινή βουλευτική εργασία, οι ερωτήσεις στη Βουλή, οι θεσμικές παρεμβάσεις, δεν φαίνεται να του λένε τίποτα.
Η συνέντευξη δεν ήταν αθώα. Ήταν το πρώτο βήμα για να ξαναγράψει την προσωπική του ιστορία. Να παρουσιάσει τον εαυτό του ταυτόχρονα δικαιωμένο ως αντιμνημονιακό επαναστάτη της πρώτης περιόδου και συνεπή μνημονιακό της δεύτερης. Να μας πείσει ότι το άλμα από το «go back κυρία Μέρκελ» στο «σφραγίζω τρίτο μνημόνιο» δεν ήταν κωλοτούμπα αλλά σχέδιο. Ότι το φιάσκο της διαπραγμάτευσης του 2015, που κόντεψε να τινάξει τη χώρα στον αέρα, ήταν ένα μεγαλοφυές «plan B» που τελικά πέτυχε. Αν δεν το είχαμε ζήσει στο πετσί μας, θα νομίζαμε πως πρόκειται για πολιτική επιθεώρηση.
Αυτό που το τελευταίο δίμηνο έχει γίνει καταφανές, είναι ο Αλέξης έχει μάλλον καταφέρει να συγκεντρώσει στο πρόσωπο του όλες τις αντίρροπες δυνάμεις, πολιτικές, οικονομικές, επιχειρηματικές, που έχουν βαλθεί να ρίξουν τον Μητσοτάκη. Όπως κάποτε είχε καταφέρει να συγκεντρώσει κάθε ακροαριστερή, κάθε λαϊκίστικη και κάθε ακροδεξιά φωνή σ’ ένα σχήμα με το οποίο κυβέρνησε για τέσσερα χρόνια, έτσι και τώρα φαίνεται ότι ξαναμαζεύει κάθε σκόρπιο και υπόγειο συμφέρον που ραδιουργεί κατά της πολιτικής σταθερότητας της χώρας.
Η αντίφαση που τον κυνηγά
Ο Τσίπρας όμως, ακόμα και τώρα που έγινε λαλίστατος καθώς προετοιμάζει την επάνοδο του με το καινούριο κόμμα του, δεν απαντά ποτέ σ’ ένα βασικό ερώτημα. Είχε δίκιο το 2015 όταν υπόσχονταν ότι «θα σκίσει τα μνημόνια», ή είχε δίκιο το 2016 όταν εφάρμοζε κατά γράμμα το δικό του μνημόνιο; Διότι δεν μπορεί να είναι και τα δύο σωστά. Εκτός αν θεωρεί ότι η πολιτική είναι σαν το Instagram. Ποστάρεις ό,τι θες, βάζεις φίλτρο και όλοι οφείλουν να κάνουν like.
Η πραγματικότητα είναι γνωστή και σκληρή. Η διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015 ήταν εθνική καταστροφή. Το δημοψήφισμα του Ιουλίου ήταν πολιτική απάτη. Και το τρίτο μνημόνιο ήταν η πιο ταπεινωτική «μετάνοια» που υπέγραψε ποτέ Έλληνας πρωθυπουργός. Το να βαφτίζει σήμερα αυτά ως «σχέδιο που απέδωσε» είναι σαν να μας λέει ότι το να βουλιάξεις το καράβι στη Σαλαμίνα ήταν μέρος της στρατηγικής για να νικήσεις τον Ξέρξη.
Τα νούμερα που δεν βγαίνουν
Στη Le Monde παρουσίασε την Ελλάδα του 2018 ως περίπου παράδεισο. Έκρυψε όμως ότι τότε ένας στους τέσσερις Έλληνες ήταν άνεργος, ότι η φυγή νέων στο εξωτερικό είχε πάρει διαστάσεις εθνικής αιμορραγίας, και ότι η μεσαία τάξη είχε ισοπεδωθεί από την υπερφορολόγηση. Όλα αυτά τα «ξέχασε». Σήμερα μαγειρεύει θολά και αόριστα νούμερα για να δείξει ότι η δική του εποχή ήταν καλύτερη από τη σημερινή, λες και ο κόσμος δεν έχει μνήμη. Αναφέρεται αορίστως σε «αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων» και παρουσιάζει κάτι στατιστικά που ουδείς γνωρίζει που τα βρήκε, καταλήγοντας στο εκπληκτικό συμπέρασμα ότι την εποχή του δικού του μνημονίου ο λαός ήταν πλουσιότερος απ’ όσο σήμερα. Δεν πρόκειται μόνο για μυστήρια λογική, αλλά κυρίως για μυστήρια αριθμητική.
Το νέο κόμμα χωρίς ταυτότητα
Η φράση «μου λείπει η πολιτική», είναι η δήλωση του ότι έχει έτοιμο το νέο κόμμα του με άλλα λόγια. Ένα κόμμα όμως, χωρίς σαφή προσανατολισμό, χωρίς ιδεολογικό στίγμα, χωρίς πρόγραμμα, αλλά με ένα μεγάλο brand name: το δικό του. Είναι το απόλυτο rebranding. Όπως κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε «πρώτη φορά Αριστερά» με αφηγήματα, έτσι τώρα πάει για «δεύτερη φορά Αλέξης». Το περιεχόμενο μικρή σημασία έχει, η συσκευασία είναι που μετράει.
Και για να ανοίξει δρόμο σε αυτή τη «δεύτερη φορά», έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του ώστε να μην σταθεί καμία άλλη δύναμη στον χώρο της κεντροαριστεράς. Από τη στιγμή που έχασε την πρωθυπουργία, ο Τσίπρας δεν σταμάτησε να παρεμβαίνει με τρόπο που αποδυνάμωνε κάθε προσπάθεια ενοποίησης. Αντί να αφήσει τον ΣΥΡΙΖΑ να ανασάνει και να βρει μια νέα ταυτότητα, φρόντισε να τον κρατήσει δέσμιο, να τσακώσει τις εσωτερικές του τάσεις και να τον οδηγήσει σε εκλογική κατρακύλα. Κι αν ο χώρος της κεντροαριστεράς σήμερα μοιάζει ρημαγμένος, είναι και επειδή ο Αλέξης έκανε το παν για να μην υπάρξει καμία αυτόνομη δύναμη που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα του ή απέναντί του.
Η στρατηγική ήταν απλή. Να φανεί πως «χωρίς εμένα, χάος». Όσο πιο διαλυμένη έβγαινε η κεντροαριστερά, τόσο πιο επιτακτικό θα γινόταν το αίτημα «να επιστρέψει ο ηγέτης». Σαν τον γιατρό που προκαλεί ο ίδιος την ασθένεια για να πουλήσει μετά το φάρμακο.
Ο Τσίπρας λέει ότι «έμεινε στο περιθώριο» τα χρόνια μετά την παραίτησή του. Η αλήθεια είναι ότι δεν έλειψε ποτέ. Επενέβαινε συστηματικά στις εσωτερικές μάχες του ΣΥΡΙΖΑ, καθόριζε ισορροπίες, έδινε σήματα. Το κόμμα δεν μπόρεσε να αυτονομηθεί ποτέ, γιατί η σκιά του ήταν πάντα εκεί. Το αφήγημα της αποχής είναι τόσο αληθινό όσο και το «plan B» του 2015.
Η πολιτική ως καρέκλα
Το πιο αποκαλυπτικό όμως είναι η φράση: «μου λείπει η ενεργός πολιτική και η επαφή με τους πολίτες». Γιατί αν ήθελε επαφή, είχε κάθε μέρα την ευκαιρία. Βουλευτής είναι, μισθό παίρνει, γραφείο έχει. Δεν τον εμπόδισε κανείς να πηγαίνει στις περιφέρειες, να κάνει συναντήσεις, να δουλέψει κοινοβουλευτικά. Αυτό που του λείπει, προφανώς, δεν είναι η πολιτική. Είναι η καρέκλα. Η αρχηγία. Η αίσθηση ότι όλοι τον ακολουθούν.
Κι εκεί βρίσκεται η ουσία: ο Τσίπρας δεν αντιλαμβάνεται την πολιτική ως συλλογική άσκηση ευθύνης, αλλά ως προσωπικό θρόνο. Χωρίς αυτόν, όλα μοιάζουν «παύση». Με αυτόν, όλα βαφτίζονται «ενεργός πολιτική».
Ο Τσίπρας δοκιμάζει ξανά να πείσει τους Έλληνες ότι η ιστορία που ζήσαμε δεν ήταν όπως τη θυμόμαστε, αλλά όπως τη διηγείται εκείνος. Το πρόβλημα είναι ότι η Ιστορία έχει μνήμη – κι αυτή δεν ξαναγράφεται με συνεντεύξεις, ούτε με ωραία rebranding.
Το μόνο που καταφέρνει είναι να αποκαλύπτει πόσο ανίκανος είναι να δει τον εαυτό του έξω από τον ρόλο του «ηγέτη». Και, εν τέλει, πόσο μας δουλεύει.